post title
Ρεαλισμός είναι το σύνθημα στο οποίο απαντά, σχεδόν πάντα πειθήνια, ο σεναριογράφος και σκηνοθέτης David Ayer (Training Day, Harsh Times, End of Watch). Ρεαλισμός είναι το χρώμα με το οποίο ζωγραφίζει τις αστυνομικές του ιστορίες. Χειροκίνητη κάμερα, μπόλικες PoV λήψεις, ντόμπρα σκηνοθετική προσέγγιση, χωρίς φιοριτούρες και κομπασμούς. Το Sabotage είναι, λογίζω, η πιο μεστή δουλειά του 46χρονου δημιουργού. Ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβάνεται και αποδίδει τις αθέατες πτυχές των αμερικανικών σωμάτων ασφαλείας (SWAT, DEA και πάει λέγοντας) εντυπωσιάζει. Τα ανέκδοτα, το ‘bromance’, η υπέρμετρη αρρενωπότητα, οι ανοίκειοι διάλογοι, οι χυδαιότητες· όλα σκιαγραφούν ζωηρά τους αντιήρωες του Ayer. Κι αυτός τους τοποθετεί καίρια πάνω στους κακόφημους δρόμους της Atlanta, γνήσιο άλλωστε προπύργιο δράσης των μεξικανικών καρτέλ ναρκωτικών, για να πλάσει τη δική του ατμόσφαιρα τρόμου. Είναι μια ατμόσφαιρα που δε φείδεται γκροτέσκ σκηνών (τα ανθρώπινα εντόσθια και τα ‘snuff films’ έχουν εδώ την τιμητική τους), αστυνομικής διαφθοράς, ντετεκτιβικού μυστηρίου αλά CSI, σεναριακών ανατροπών, έντονα ανταγωνιστικών χαρακτήρων και καταιγιστικής δράσης «παλαιάς κοπής» που ξεπήδησε, θαρρείς, από τις πιο ένδοξες στιγμές της -χρυσής για το είδος- δεκαετίας του ’80. Το στοίχημα τούτη τη φορά όμως είναι πολύ μεγάλο. Πως εξασφαλίζει κανείς τον προαναφερθέντα κινηματογραφικό ρεαλισμό όταν στη θέση του πρωταγωνιστή στρογγυλοκάθεται ο Arnold Schwarzenegger, ήτοι ένας κατεξοχήν πρεσβευτής του ψευδεπίγραφου χολιγουντιανού ηρωισμού;
Ο Ayer απαντά κι εδώ με κινήσεις που αφοπλίζουν. Αρχικά, σπρώχνει το χαρακτήρα του Αυστριακού ηθοποιού μακρυά από την άχαρη ζώνη της καρικατούρας. Στο ρόλο του επικεφαλής σκληροτράχηλης ομάδας της Δίωξης Ναρκωτικών, ονόματι John "Breacher" Wharthon, ο 66χρονος Arnie έχει πρωτίστως να δαμάσει τους προσωπικούς δαίμονες της οικογενειακής απώλειας, γεγονός που εξαίρει την ανθρώπινη πτυχή του χαρακτήρα. Μην επιτρέψετε στα αθάνατα «τοτέμ» του ηθοποιού να σας παρασύρουν· τα επιβλητικά πούρα, το βαρύ οπλοστάσιο, το διαπεραστικό βλέμμα και η άτεγκτη αυστριακή προφορά μπορεί να είναι όλα εδώ, δεν υποσκελίζουν ωστόσο ποτέ την -κάτι παραπάνω από πρόδηλη- επιθυμία του να ξεπεράσει τα στερεότυπα προγενέστερων ερμηνειών.
 
Έπειτα, ο Ayer σπεύδει να πλαισιώσει τον Breacher με μια χούφτα από alpha males -τους κυριολεκτικά μεταμορφωμένους Sam Worthington, Joe Manganiello, Terrence Howard, Max Martini και Josh Holloway- που, τουλάχιστον στον τομέα της παλικαριάς, της ματαιοδοξίας και της ευφυολογίας, εκτοπίζουν εύκολα τον υπερήλικα προϊστάμενό τους σε ρόλο που βρίθει μετριοφροσύνης. Αυτοί οι... πρεζάκηδες αδρεναλίνης, κρυμμένοι κάτω από «πυκνοϋφασμένα» τατουάζ, αλλόκοτες κόμες, περίσσια ξεροκεφαλιά, ανάρμοστες συμπεριφορές και καλοαναθρεμμένους μύες, αντιπροσωπεύουν όλα εκείνα τα στοιχεία που άλλοτε πλημύριζαν την κινηματογραφική ιδιοσυγκρασία του ‘Governator’. Ανάμεσα στα αγνώριστα πρόσωπα τούτων των διεφθαρμένων μπάτσων διακρίνω όμως και μια βουτηγμένη στην τεστοστερόνη Mireille Enos, να ενσαρκώνει ένα αμάλγαμα αγοροκόριτσου και νευρωτικής σκύλας και να σταλάζει ένα σαφώς πιο ενδιαφέρον άρωμα μέσα στη δυναμική και τις εύθραυστες ισορροπίες της άτακτης παρέας.    
Στον πυρήνα του story, το Sabotage σμίγει το αστυνομικό μυστήριο με τις χορταστικές σεκάνς δράσης, καθώς τα παλικάρια του Breacher, αμαυρωμένα από παρελθοντική υπόθεση υπεξαίρεσης χρημάτων ($10 εκ. είναι αυτά!) που ανήκαν σε καρτέλ ναρκωτικών, δολοφονούνται βάναυσα ένα προς ένα· να είναι άραγε το ίδιο το καρτέλ που διψά για εκδίκηση, ή κάποιος εκ των έσω; Καθώς ο χρόνος κυλά και ο πολιορκητικός κλοιός (στη μορφή εν μέρει της εξαιρετικής Βρετανίδας Olivia Williams που διερευνά τους φόνους) σφίγγει γύρω από τη στοχοποιημένη ομάδα, ψυχολογικές νηνεμίες διακόπτονται απότομα, παλιές συμμαχίες καταρρέουν και το φάντασμα της καχυποψίας στοιχειώνει άπαντες. Ο Ayer εντούτοις καταλαμβάνεται από μια ανεξήγητη βιασύνη να μας αποκαλύψει τα πάντα δεκαπέντε περίπου λεπτά πριν το φινάλε. Ο υπόλοιπος χρόνος αναλώνεται σε αχρείαστη ανταλλαγή πυρών που παραπέμπει έντονα στο Unforgiven του Clint Eastwood και ξεχαρβαλώνει την αφηγηματική δομή του φιλμ.  
Σοβινιστικό και σαδιστικό, το Sabotage δε φιλοδοξεί να κατακτήσει τις μάζες. Χαιρετά όμως έξυπνα τη ζοφερή πλευρά του πολέμου ενάντια στα ναρκωτικά και αναδεικνύει το βαρύ ψυχολογικό τίμημα των ανθρώπων που μπερδεύονται στα πόδια του. Η γραφική βία αποδίδεται ωμά και γρήγορα, η στωικότητα του κεντρικού αντιήρωα συνοδεύεται, για πρώτη ίσως φορά στη μακροσκελή του καριέρα, από την επιθυμία του να τον πάρουμε επιτέλους και λίγο στα σοβαρά και οι ψυχοσυναισθηματικές εξάρσεις των ποικιλόμορφων χαρακτήρων που τον πλαισιώνουν γεμίζουν χορταστικά το τεχνικά αψεγάδιαστο κάδρο του Ayer. Ρεαλισμός, είπαμε. Δεν είναι για όλους, ανταμείβει ωστόσο πάντα τους τολμηρούς.